σημειώ

-όω, ΜΑ
βλ. σημειώνω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σημειῶ — σημειόω mark pres subj act 1st sg σημειόω mark pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημείω — σημεί̱ω , σημεῖον mark neut nom/voc/acc dual σημεί̱ω , σημεῖον mark neut gen sg (doric aeolic) σημειόω mark pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) σημειόω mark imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημείῳ — σημεί̱ῳ , σημεῖον mark neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημειώνω — σημειῶ, όω, ΝΜΑ, και δωρ. τ. σαμειῶ Α [σημεῑον] 1. επιθέτω ή γράφω κάπου σημείο για αναγνώριση ή υπόμνηση (α. «σημείωσα όλα τα λάθη στο κείμενο» β. «ταῡτα γὰρ νῡν βεβημάτισται καὶ σεσημείωται κατὰ σταδίους», Πολ.) 2. υπολογίζω σοβαρά κάτι,… …   Dictionary of Greek

  • ANTIPHON — quidam scripsit librum περὶ τῶ εν ἀρετῇ πρωτευσάντων, e quo Laertius Diogenes, l. 8. Pythagorae vitam illustrat. Citat eundem, sed περὶ τȏυ βίου τῶ εν ἀρετῇ πρωτευσάντων, Porphyrius, in Vita Pythagorae, et ex illo Cyrillus, l. 10. contra Iulianum …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άλλος — η, ο (ΑΜ ἄλλος, η, ον) (ως αντωνυμία ή επίθετο) 1. αυτός που διακρίνεται από κάποιον ή κάποιους, που ήδη έχουν αναφερθεί ή υπονοηθεί 2. (ενάρθρως) ο άλλος, οι άλλοι αυτός ή αυτοί που απομένουν, οι υπόλοιποι 3. διαφορετικός, αλλιώτικος, άλλου… …   Dictionary of Greek

  • ασημείωτος — η, ο (Α ἀσημείωτος, ον) ο απαρατήρητος νεοελλ. 1. αυτός που δεν έχει σημειωθεί ή δεν έχει καταγραφεί 2. εκείνος που δεν είναι σημειωμένος» που δεν έχει δηλαδή σωματικό ελάττωμα αρχ. 1. όποιος δεν έχει διακριτικά σημεία 2. εκείνος στον οποίο δεν… …   Dictionary of Greek

  • παραστίζω — Α 1. σημειώνω στίγματα στα πλάγια, σημαδεύω με σημάδια στο πλάι 2. (για λογαριασμούς) δεν στίζω ακριβώς 3. (κατά τον Ησύχ.) «σημειῶ τὰ ὀνόματα τῶν παραβατῶν ἤ τῶν ἐλλειμματιῶν τῶν μὴ εἰς τὸ δικαστήριον ἐμφανιζομένων». [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * +… …   Dictionary of Greek

  • προσσημειώ — όω, Α 1. διαστίζω επί πλέον, στιγματίζω με έγκαυση ακόμη πιο πολύ («προσσημειοῡν ἐπὶ ποδός», επιγρ.) 2. μέσ. προσσημειοῡμαι, όομαι (σε κείμενο) προβαίνω σε σημειώσεις, σχολιάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + σημειῶ (< σημεῖον)] …   Dictionary of Greek

  • σημείωμα — το, ΝΜΑ [σημειῶ, ώνω] σύντομη καταγραφή γεγονότων ή πληροφοριών νεοελλ. 1. σημείωση 2. λιγόλογο γράμμα, πρόχειρη επιστολή 3. σύντομο έγγραφο, υπόμνημα που απευθύνεται σε δημόσια αρχή 4. παρατήρηση γραμμένη στο περιθώριο τής σελίδας ή κάτω από το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.